Bookshelf

Η Συνωμοσία της Βανίλιας του Πάνου Τσερόλα

27 Ιανουαρίου 2017

«Πρόσεχε, τσίκα, πρόσεχε, γιατί ο χορός είναι άγριος και τα πάθη δυναμώνουν όσο δυναμώνει ο ρυθμός. Το ξέρεις ότι τα πάθη έχουν οριακό σημείο; Υπάρχει σημείο που παίρνεις φωτιά.»

 

Πάνος Τσερόλας. Πριν ομολογήσω κάποια πράγματα γι’ αυτό το όνομα, θέλω πρώτα να πω τα εξής: δεν εκπλήσσει ότι εκπλήσσει κάθε φορά με τα λογοτεχνικά του πονήματα. Εκπλήσσει όμως, η ολοένα και πιο δυναμική λεξοδεσία που τον διακατέχει [πόσο πιο ωραία θα το έλεγα αυτό στα αγγλικά about his artful wordbinding αλλά τώρα μεταφράζω εικόνες σε λέξεις και λέξεις σε άλλες λέξεις]. Αυτό που θέλω να πω -σε περίπτωση που δεν είναι ξεκάθαρο- είναι ότι ο Πάνος την τέχνη του όχι απλώς την κατέχει αλλά πλέον, με την «Συνωμοσία της Βανίλιας» παίζει επιδέξια μαζί της.

Λίγα και γρήγορα λόγια για το βιβλίο, για όσους δεν το έχουν ήδη διαβάσει: Η Μάγια Χολμς είναι κριτικός μουσείων. Βρίσκεται στο Μουσείο της Περγάμου στο Βερολίνο και παρατηρεί έναν θαμώνα που αντί να έχει στρέψει την προσοχή του -και τον φακό του- στα εκθέματα, τα έχει στρέψει στο ταβάνι. Ξεκινάει ο απολαυστικός διάλογός τους που με την επιδεξιότητα μιας κάμερας γυρίζει στο παρελθόν και βλέπουμε ότι η Μάγια και ο Μαρκ [ναι, Μαρκ λέγεται ο θαμώνας] είχαν γνωριστεί πριν από κάποια χρόνια στο Μοντεβιδέο. Μόνο που ο Μαρκ είναι κάτι παραπάνω από ένας απλώς θαμώνας -είναι υπεύθυνος αυτός κι η οργάνωσή του για την έκρηξη που θα πραγματοποιηθεί στο χώρο του Μουσείου -και ω, ναι, καλά το μαντέψατε, στην οροφή του! Η περιπέτεια ξεκινάει όπως κάθε αξιοσέβαστη περιπέτεια πρέπει να ξεκινήσει, με ένα αυτοκίνητο, μπόλικη τρέλα και νεανικά πιστεύω που μπορούν να φέρουν τούμπα τον κόσμο. Αρκεί να θες…

So, I’ll compartmentalize* που λέμε και δω, στο χωριό μου. Η πλοκή του Πάνου δεν αρκείται σε μία ιστορία αγάπης. Ανάγει τον έρωτα σε αυτό που πραγματικά είναι αλλά δεν το βλέπουμε τις περισσότερες φορες: πόλεμος. Ένας πόλεμος που δεν είναι μόνο με τον αντίπαλο-ταίρι αλλά και με τον ίδιο τον εαυτό, την κοινωνία, τα πιστεύω. Δεν σταματάει μόλις σε κατακτήσει, και δεν σταματάει ούτε όταν καταλήγετε μαζί. Αυτή είναι η μεγαλύτερή του παγίδα. Ο έρωτας -ο πόλεμος- είναι εκεί σε μια διαρκή αναστάστωση κι όσο και να πιστεύεις ότι ησύχασες ή να προσπαθείς να ησυχάσεις, δεν πρόκειται να σε αφήσει. Κι αν σε αφήσει μήπως να δεις ξανά αν είναι έρωτας; Αλλά αυτό είναι μια άλλη, διαφορετική συζήτηση. Η ιστορία του Πάνου επίσης, όπως κάθε αξιοσέβαστο πολιτικοποιημένο κείμενο, παίρνει θέση στην Επανάσταση. Τώρα ποια είναι η Επανάσταση και γιατί με κεφαλαίο Ε, είναι επίσης κάτι που θα το αποσιωπήσω και θα σου κλείσω πονηρά το μάτι μαζί με τον συγγραφέα. Η «Συνωμοσία της Βανίλας» δεν είναι κείμενο της μίας ανάγνωσης, κι αυτό στο λέω με κάθε ειλικρίνεια και με την προσωπική μου εμπειρία με το κείμενο αυτό.

Η φωνή του Πάνου έχει αλλάξει από την «Ασημένια Θάλασσα». Έχει μεστώσει κι έχει ριζώσει πια για τα καλά μέσα του. Μπορεί εξίσου επιδέξια να χειριστεί έναν διάλογο που σε ταράζει γιατί έχεις βρεθεί κι εσύ ερωτευμένος και ξέρεις αυτούς τους διαλόγους, που ατάκα την ατάκα ρίχνεις τα βέλη σου αλλά πέφτεις ταυτόχρονα κι εσύ και να σε παρασύρει μέσα από αυτόν σε ένα μαγικό σκηνικό, σε ένα παραμύθι που θα κρατήσει τόσο όσο μια φευγαλαία νότα από ένα άρωμα περαστικού στο δρόμο αλλά πόσο πίσω σε πήγε; Με πόση ακρίβεια σε πήγε πίσω, ακριβώς εκεί στο χώρο, τον τόπο και με τον άνθρωπο που στιγμάτισαν το άρωμα αυτό για πάντα; Αυτό είναι η μαεστρία του Πάνου. Κι αυτό είναι κάτι που είναι ευλογία να έχεις. Άνθρωποι ζωντανοί, άνθρωποι που ταυτίζεσαι, με δυσδιάκριτες έννοιες του καλού, του κακού και του απαραίτητου. Όλοι τους κουβαλάνε πολλά περισσότερα από τις 258 σελίδες άνοιγμα που σου κάνει ο συγγραφέας. Είσαι πίσω από την πόρτα, κοιτάς από την κλειδαρότρυπα κι ο Πάνος σου κάνει τη χάρη να βγάλει το κλειδί για να δεις καλύτερα.

Μοιάζει να έχει βγει από ταινία της δεκαετίας του ’60. Είναι επίτηδες έτσι δωσμένη άλλωστε, για να μην έχει και τόση σημασία το χρονικό πλαίσιο. Ναι, υπάρχουν οι ευκολίες του σήμερα, αλλά το κείμενο και η ιστορία είναι συνεχώς αυτοαναφορικά [στα μάτια μου] και έτσι δομημένα που αποτελούν ένα συνοθύλευμα από ερεθίσματα του Πάνου Τσερόλα, πλέον αυτόνομα και με δική τους ζωή. Θα μου πεις, πώς είναι δυνατόν όταν είναι γεννηθής του 1985; Θα σου πω απλά: είναι το υλικό που τον γαλούχησε. Και τον Πάνο, κι εμένα κι όλους «εμάς» που γράφουμε [κι όχι μόνο]. Αυτή η γραφή του Πάνου φωτογραφίζει μια ολόκληρη γενιά. Τα ιδανικά της, τα όνειρά της, την ίδια της την ψυχή. Μέσα από το κέιμενο, αποτυπώνει τη συλλογικότητα μιας γενιάς που απέχει παρασάγγας από τους προηγούμενους και ίσως -όπως και οι ήρωές του- είναι σε ένα διαρκές κυνηγητο.

Ας ομολογήσω, λοιπόν. Αν είμαι αντικειμενική; Όχι, προφανώς κι όχι. Ο Πάνος ξέρει να χρησιμοποιεί λέξεις, εκφράσεις, να πλάθει κείμενο που μιλάει απευθείας στο μέσα μου. Δεν αισθάνομαι και την ανάγκη να είμαι αντικειμενική. Άπαξ και διαβάσεις τη «Βανίλια» ή τη «Θάλασσα» το κείμενο είναι αυταπόδεικτο. Δε χρειάζεται ούτε υπεράσπιση, ούτε κολακεία. Χρειάζεται συζητήσεις, χρειάζεται αναλύσεις και ανταλλαγή απόψεων, αλλά επουδενί δε χρειάζεται κάτι άλλο. Κι όταν λέω συζητήσεις, δεν εννοώ απαραίτητα με άλλους, αλλά μεταξύ εσού και του κειμένου. Και κάπως έτσι δημιουργούνται οι λούπες [οι πανέμορφες λούπες που ξέρει τόσο καλά να χειρίζεται ο Πάνος Τσερόλας] και γυρίζω ξανά στην αρχή, να σου πω ότι για να ανοίξεις διάλογο με τον κείμενο αρκεί η πρώτη φορά που θα το διαβάσεις. Για να τον συνεχίσεις, θέλει ανάγνωση ξανά και ξανά. Κι όλο και κάτι καινούριο θα ανακαλύπτεις.

*τμηματοποιώ

;

No Comments

Leave a Reply